You are currently viewing Οι DEAD SOUTH DEALERS στο Metalwar

Οι DEAD SOUTH DEALERS στο Metalwar

Δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος να γνωρίσει κανείς μία μπάντα από το να την πετύχει σε κάποιο live. Ακόμα και αν αυτή η γνωριμία είναι από το μηδέν. Αυτό έγινε λοιπόν με εμένα και τους DEAD SOUTH DEALERS…έρωτας με την πρώτη ματιά που λένε. Οι DEAD SOUTH DEALERS είναι μία Heavy Rock μπάντα που μετράει πάνω από 10 χρόνια ζωής και ήρθε η ώρα να τους γνωρίσουμε καλύτερα!


Metalwar: Καλησπέρα παιδιά. Καλώς ήρθατε στο metalwar.gr. Αρχικά, συστηθείτε στους αναγνώστες μας. Ποιοι είστε, ποια είναι η πορείας σας συνοπτικά και πώς ξεκίνησε όλο αυτό το ταξίδι.

DSD: Καλησπέρα και ευχαριστούμε για τη φιλοξενία. Είμαστε οι Dead South Dealers ή αλλιώς DSD, και το μουσικό μας ταξίδι ξεκίνησε περίπου στις αρχές του 2014, από τη δίψα μας για μουσική και δημιουργία. Σε αυτά τα χρόνια έχουμε βγάλει δύο δίσκους, έχουμε παίξει πολλή μουσική, και έχουμε ζήσει μοναδικές στιγμές.

Metalwar: Το όνομα της μπάντας πώς προέκυψε;

DSD: Μεγάλη ιστορία (γέλια). Όπως ίσως φαίνεται, δεν το ψάξαμε και πολύ. Τότε, στις αρχές, θέλαμε κάτι να δείχνει τους ήχους του νότου, και κάπως έτσι καταλήξαμε σε αυτό το όνομα. Ξέρουμε ότι είναι δύσκολο, αλλά εδώ που τα λέμε δεν είμαστε και οι μόνοι που έχουμε ένα δύσκολο όνομα. Έχουμε τη χαρά να μας θυμούνται για τις μουσικές μας, αλλά επειδή καταλαβαίνουμε… όταν μας φωνάζουν, “γυρνάμε” και στο DSD.

Metalwar: Έχετε κλείσει πάνω από μία δεκαετία στον χώρο αλλά για όσους δεν σας γνωρίζουν, παρότι δε μου αρέσουν γενικά οι ταμπέλες, πώς θα χαρακτηρίζατε στη μουσική που παίζετε;

DSD: Πράγματι έχουμε κλείσει πάνω από μια δεκαετία. Όταν ξεκινήσαμε, η μεγάλη μας επιθυμία εκείνη την περίοδο και αυτό που έβγαινε απο τις επιρροές μας, ήταν στον νότιο ήχο και πιο κοντά στο Stoner. Επειδή, όμως, σε όλους μας κυλούσε και κυλάει μέσα μας το Heavy metal, πάντα μας τραβούσε κάτι στον πιο βαρύ ήχο που εν τέλη από μόνος του “εμφανίστηκε” στα τραγούδια μας και μας οδηγεί.
Καταλήγοντας, αν έπρεπε να διαλέξουμε μεταξύ Heavy rock και Heavy metal, θα λέγαμε Heavy metal. Ωστόσο, ούτε εμάς μας αρέσουν οι ταμπέλες.

Metalwar: Ποιες μπάντες ή καλλιτέχνες θεωρείται ότι έχουν επηρεάσει τον ήχο σας;

DSD: Πολύ δύσκολη ερώτηση. Οι μπάντες που μας έχουν επηρεάσει ανήκουν σχεδόν σε όλο το φάσμα του Metal. Ο καθένας μας έχει τελείως διαφορετικά γούστα. Ο Βασίλης έχει μεγάλη αγάπη στους Gojira, Mastodon και σε αντίστοιχους ήχους. Ο Νίκος σε ήχους όπως Dark Tranquility, In Flames, Amorphis. Ο Γιώργος, σε Megadeth, Zeppelin, Black Sabbath. O Βαγγέλης σε ήχους Judas Priest, Savatage, Evergrey. Ο Αντρέας σε ήχους System of a down, Symphony X, Disturbed.
Οι κοινές επιρροές, όμως, θα λέγαμε είναι Black Stone Cherry, Nevermore, Alter Bridge και όρεξη να έχεις για μια λίστα που δε θα τελειώσει ποτέ.

Metalwar: Ας ξεκινήσουμε χρονικά από το τελευταίο γεγονός που ήταν το live σας στο Piraeus Club Academy στο release show των PASSENGERS IN PANIC. Για να είμαι ειλικρινής ήταν η πρώτη φορά που ερχόμουν σε επαφή με τη μουσική σας και εντυπωσιάστηκα. Πώς σας φάνηκε εσάς η βραδιά;

DSD: Είναι πολύ ωραίο όταν ακούς ότι κάποιος εντυπωσιάστηκε με την μουσική σου και σίγουρα θα χαρούμε να σε δούμε και σε άλλα live μας. Δεν υπάρχει ούτε ένα live που να μην έχουμε απολαύσει. Η σκηνή είναι ο χώρος που μοιραζόμαστε τη μουσική μας, και σχόλια όπως αυτά που αναφέρεις, μετράνε σημαντικά για εμάς, κάθε ένα ξεχωριστά. Η βραδιά στο Piraeus Club Academy ήταν πραγματικά δυνατή από όλες τις απόψεις. Οι Novelty μας θυμίσανε γιατί δεν πρέπει να σταματάμε και οι Passengers in Panic γιατί πρέπει να συνεχίσουμε.

Metalwar: Γενικότερα, όλα αυτά τα χρόνια υπάρχει κάποιο live που ξεχωρίζεται ή κάποια συνεργασία επί σκηνής;

DSD: Όλα είναι αξέχαστα, αλλά ένα από αυτά που μπορούμε να ξεχωρίσουμε σίγουρα είναι το live με τους Anorimous, όπου έγινε χαμός. Δε θα μπορούσε, όμως, να μην έχει ξεχωριστή θέση μέσα μας, το release show του δεύτερου δίσκου μας, παρέα με τους Black Stone Machine και Lavalanche. Ήταν μια αξέχαστη βραδιά από κάθε άποψη.

Metalwar: Απ’ ότι διαπίστωσα βγάζετε τρομερή ενέργεια πάνω στη σκηνή. Στο ερώτημα «Στούντιο ή live;» ποια είναι η απάντηση που δίνετε;

DSD: Μέχρι στιγμής η απάντηση που δίναμε ήταν στούντιο, αλλά όλοι μας λένε live και νομίζουμε ότι θα συμφωνήσουμε τελικά.

Metalwar: Το 2024 κυκλοφορήσατε το δεύτερο ολοκληρωμένο άλμπουμ σας «The Noise, The Sky, The Melody» μετά το 2017 και το «Walk Through The Line». Αρχικά, πείτε μου για τη σημασία του τίτλου του άλμπουμ.

DSD: Το concept είναι βαθιά προσωπικό για τον Αντρέα και είμαστε χαρούμενοι που εκφράστηκε μέσα από αυτό τον δίσκο. Kάθε λέξη αντιπροσωπεύει ένα βασικό θεμέλιο της ζωής του: το Noise αφορά κοντινούς του φίλους, το Melody τη μουσική του και το Sky ένα πολύ συγκεκριμένο πρόσωπο. Δύο από τις έννοιες έχουν ομώνυμα κομμάτια στον δίσκο, ενώ η τρίτη διατρέχει θεματικά όλο το άλμπουμ.

Metalwar: Σε σχέση με το ντεμπούτο σας, τι διαφορές παρουσιάζει μουσικά;

DSD: Μάλλον αφεθήκαμε περισσότερο ελεύθεροι. Όπως είπαμε και παραπάνω, έχουμε την τάση να πηγαίνουμε προς τον πιο βαρύ ήχο και αυτό συνέβη.

Metalwar: Ποια είναι  δημιουργική διαδικασία; Ποιος γράφει μουσική, στίχους και γενικά πώς φτάνετε στο τελικό αποτέλεσμα;

DSD: Η ιδέα μπορεί να έρθει από οποιοδήποτε μέλος της μπάντας. Είτε μια ολοκληρωμένη ιδέα από τον Βαγγέλη, τον Γιώργο ή τον Νίκο, είτε από μια στιγμή τζαμαρίσματος που μπορεί να βγει κάτι και να δουλέψουμε σε μια ιδέα. Μετά τα πράγματα είναι εύκολα. Παίρνουμε το ακατέργαστο υλικό και του αλλάζουμε τα φώτα .Η αλήθεια είναι ότι είμαστε πολύ τυχεροί σε αυτό το κομμάτι της δημιουργίας, γιατί ο καθένας βάζει τη δική του πινελιά και όλο αυτό βγαίνει αβίαστα.

Metalwar: Γενικότερα, πόσο εύκολο είναι για μια μπάντα τη σημερινή εποχή να λειτουργήσει και να ξεχωρίσει μέσα στον ατελείωτο όγκο πληροφοριών που λαμβάνουμε καθημερινά ως ακροατές;

DSD: Είναι πάρα πολύ δύσκολο και για κάποιους που δε μπορούν να αντιμετωπίσουν και εν τέλη να καλύψουν τις απαιτήσεις που έχει ο χώρος αυτός, αδύνατον.

Metalwar: Είστε νέα παιδιά, οπότε έχει ενδιαφέρον να μου πείτε την άποψή σας για τις νέες τάσεις στη μουσική. Αρχικά, streaming πλατφόρμες (Spotify, AppleMusic, Rokk κτλ).

DSD: Είναι απαραίτητα εργαλεία πλέον για έναν καλλιτέχνη αλλά και για τους ακροατές. Έχουμε πρόσβαση σε άπειρη μουσική, όποτε θέλουμε από όπου θέλουμε. Δυστυχώς, όμως, στην πράξη πολλές φορές το σύστημα δουλεύει κατά των δημιουργών.

Metalwar: Χρήση AI σε όλο το φάσμα της διαδικασίας παραγωγής ενός τραγουδιού ή άλμπουμ (από το εξώφυλλο μέχρι τη σύνθεση ολόκληρων τραγουδιών).

DSD: Είναι ένα αντίστοιχο με το streaming εργαλείο. Με λάθος χρήση, όμως, σκοτώνει τη δημιουργικότητα και την παραγωγή. Εμείς δε χρησιμοποιούμε ΑΙ για την ώρα σε κανένα στάδιο. Έχουμε αστείρευτη έμπνευση (γέλια)

Metalwar: Μειωμένη ζήτηση για φυσικό προϊόν αλλά και άνοδο της ζήτησης για βινύλια και τελευταία κασέτες.

DSD: Ο τρόπος που ο κόσμος ακούει μουσική αλλάζει. Πλέον γεννιούνται καλλιτέχνες και καριέρες ακόμα και από social media. Αυτό αναπόφευκτα οδηγεί στη μειωμένη ζήτηση για φυσικό προϊόν ως μέσo αναπαραγωγής. Όμως, ως ακροατής θες πάντα κάτι από τον καλλιτέχνη που αγαπάς, και είναι λογικό να λειτουργούν τα βινύλια ή οι κασέτες ως συλλεκτικά αντικείμενα. Και καλά κάνουν. Συμμετέχουμε κι εμείς σε αυτό, έχοντας βγάλει τον δεύτερό μας δίσκο σε συλλεκτική κασέτα.

Metalwar: Σε αυτό το δύσκολο περιβάλλον, ποια είναι τα όνειρά σας για τους DEAD SOUTH DEALERS;

DSD: Δε θα σου κρύψουμε ότι οι Dead South Dealers έχουν τον κρυφό ρόλο του ψυχοθεραπευτή για τον καθένα μας ξεχωριστά. Συνεπώς ένα κομμάτι των ονείρων πραγματοποιείται κάθε φορά που βρισκόμαστε για να παίξουμε μουσική, όπου κι αν είναι αυτό. Πέρα από αυτό, σίγουρα τα όνειρα μας είναι πολλοί δίσκοι, μεγάλες σκηνές, ωραίες μουσικές, όρεξη για δημιουργία.

Metalwar: Τέλος, θα ήθελα να μου πείτε τα πλάνα σας για το επόμενο διάστημα. Υπάρχει στα σκαριά νέο υλικό ή κάποια συναυλία;

DSD: Υπάρχει πάρα πολύ υλικό, όμως ακόμα ακατέργαστο. Έχουμε πολλή δουλειά μπροστά μας, δε μας φοβίζει αυτό – κάθε άλλο, αυτό ακριβώς θέλουμε. Για συναυλία δεν έχουμε κάτι επιβεβαιωμένο, αλλά μείνετε συντονισμένοι…

Metalwar: Ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο σας και σας εύχομαι τα καλύτερα!!

Συνέντευξη – κείμενο: Κώστας Μπουντούκος