Three black-metal musicians in corpse paint stand outdoors, with a large wooden cross behind them; the central figure holds a chalice, all in dark clothing (monochrome).

Doodswens: Συνέντευξη στο Metalwar

«Η ζωή είναι μια ατελείωτη μάχη που τελειώνει με τον θάνατο»
Προερχόμενοι από τα ψυχοπλακωτικά βάθη της ολλανδικής black metal σκηνής, οι Doodswens εξελίχθηκαν από ένα ωμό underground duo σε μια τελετουργική δύναμη σκοταδιού. Με το επερχόμενο ομώνυμο άλμπουμ τους, “Doodswens”, που θα κυκλοφορήσει μέσω της Svart Records, το συγκρότημα εισέρχεται σε μια νέα εποχή, όπου η «επιθυμία για θάνατο» μεταμορφώνεται σε πνευματική φλόγα.

Σήμερα, στο Sound Stories by Jo και το Metalwar.gr, συνομιλούμε με την Inge van der Zon για την εξέλιξη του ήχου τους, τη μετάβασή της στον νέο φωνητικό της ρόλο και το αδυσώπητο ταξίδι μέσα στις σκιές.

Jo: Το νέο σας άλμπουμ είναι ομώνυμο. Συνήθως αυτό λειτουργεί ως «αναγέννηση» ή ως οριστική δήλωση ταυτότητας μιας μπάντας. Γιατί θεωρείτε ότι το “Doodswens” αποτελεί την απόλυτη εκπροσώπηση των Doodswens αυτή τη στιγμή;
Doodswens: Μετά από όλα όσα έχουμε περάσει, το πώς έχουμε εξελιχθεί, επεξεργαστεί και ωριμάσει ως μπάντα, αυτό πλέον μοιάζει σαν η τελική μορφή των Doodswens. Με αυτή τη σύνθεση. Με τον R.I.P. Με εμένα στα φωνητικά, εδώ είναι που όλα ενώνονται. Αυτό είναι οι Doodswens και αυτό πρεσβεύουν.

Jo: Σε αυτόν τον νέο δίσκο έχεις αναλάβει τόσο τα drums όσο και τα vocals. Πώς άλλαξε αυτή η διπλή ευθύνη τη σωματική και πνευματική σου σύνδεση με τη μουσική κατά τη διάρκεια της ηχογράφησης;
Doodswens: Νιώθω πιο συνδεδεμένη με τη μουσική τώρα, σε βαθύτερο επίπεδο, ειδικά επειδή τα drums εντείνουν τα φωνητικά και τα φωνητικά ωθούν τα drums. Για το άλμπουμ ηχογραφήσαμε τα πάντα μαζί στο στούντιο, σε ένα δωμάτιο, σε ένα take, χωρίς click tracks, χωρίς οδηγούς, χωρίς backing tracks, χωρίς post-editing σε αυτό το κομμάτι.
Ωστόσο, δεν κρατήσαμε τα αρχικά φωνητικά από εκείνη τη session. Τα ηχογραφήσαμε ξανά ώστε να υπηρετούν πλήρως την ιδέα και την πρόθεση του άλμπουμ. Για χάρη του αθάνατου τελικού προϊόντος που είναι ένας δίσκος.
Έτσι, στα τελικά φωνητικά ηχογράφησα ξεχωριστά πάνω από την instrumental κασέτα μας, αλλά κρατούσα drumsticks στα χέρια και κουνούσα τα χέρια μου ενώ το έκανα.

Jo: Το πρώτο single, “Driven by Death”, δείχνει μια μετατόπιση νοήματος — από την «επιθυμία για θάνατο» στο «οδηγούμενος από τον θάνατο». Είναι αυτό ένδειξη μιας πιο ενεργητικής ή ενδυναμωμένης φιλοσοφίας σε σχέση με την ωμή απόγνωση του “Lichtvrees”;
Doodswens: Υπάρχει μια πιο ενδυναμωμένη φιλοσοφία σε αυτό το άλμπουμ, επειδή έχουν ξεπεραστεί μάχες που στο Lichtvrees παρέμεναν χαμένες.
Ωστόσο, αυτός ο δίσκος αντιμετωπίζει νέες μάχες και συγκρούσεις, από τις οποίες επίσης δεν μπορούν όλες να κερδηθούν και κάποιες θα παραμείνουν αιώνιος αγώνας.
Άρα παραμένει εξίσου ζοφερό και απελπισμένο, αλλά αφορά το να μην τα παρατάς και να συνεχίζεις τη μάχη. Ακόμη κι αφού κερδίσεις μία μάχη, πρέπει να είσαι έτοιμος για τις επόμενες.

Jo: Το video για το “The Black Flame” είναι εξαιρετικά κινηματογραφικό και τελετουργικό. Πόσο σημαντική είναι η οπτική πλευρά — και ειδικά η συνεργασία με τους Mothmeister — για να αποδοθούν οι «αόρατες» δυνάμεις που διοχετεύετε στη μουσική σας;
Doodswens: Για μένα, η οπτική και καλλιτεχνική αναπαράσταση πηγαίνει χέρι-χέρι με τη μουσική. Είναι συνέχεια της μετάδοσης της τέχνης, του μηνύματος, των βαθύτερων δυνάμεων και ενεργειών που υπάρχουν από πίσω.
Μια συνεργασία όπως αυτή με τους Mothmeister είναι ακριβώς το είδος συνεργασίας για το οποίο «πεθαίνουμε». Εκεί όπου όλα τυχαία ενώνονται και μπαίνουν στη θέση τους, όπου οι σωστοί άνθρωποι συναντούν ο ένας τον άλλον στον δρόμο τους — πολύ απρογραμμάτιστα, αλλά απόλυτα μοιραία.
Και ειδικά μαζί τους, πριν καν γυριστεί το βίντεο, είχαμε μια πολύ ουσιαστική συνάντηση. Τα αντικείμενα που μου δάνεισαν ή τροποποίησαν είχαν απίστευτη ιστορία, συμβολισμό και ενέργεια.
Όλα τα αντικείμενά τους είναι αληθινά και έχουν χρησιμοποιηθεί από πραγματικές death cults ή voodoo φυλές. Το να υπάρχει αυτή η ενέργεια μέσα στην ιστορία του video clip είναι εξαιρετικά σημαντικό για μένα.
Η τέχνη μας αφορά τη μετάδοση ενέργειας.
Μέσα από τον ήχο, τη μυρωδιά, την εικόνα, το συναίσθημα και τη σκέψη.

Jo: Συνεχίζετε τη συνεργασία σας με τη Svart Records. Πώς σας βοήθησε αυτή η συνεργασία να εξελιχθείτε από underground duo σε αναγνωρισμένη δύναμη της διεθνούς black metal σκηνής;
Doodswens: Η Svart μας βοηθά κυρίως με την έκδοση και διανομή των βινυλίων. Κάνουν και CDs, αλλά είναι ιδιαίτερα καλοί στα βινύλια.
Μας επιτρέπουν να διανείμουμε και να τυπώσουμε βινύλια σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα απ’ ό,τι θα μπορούσαμε ποτέ μόνοι μας. Και είναι επίσης πολύ καλοί και παθιασμένοι άνθρωποι — κάτι που πάντα βοηθά όταν έχεις τέτοια ενέργεια στην ομάδα σου.

Jo: Στις live εμφανίσεις σας πλέον σας πλαισιώνουν οι R. και P. σε μπάσο και κιθάρα. Σας επιτρέπει αυτό το expanded setup να δημιουργείτε πιο αποτελεσματικά αυτόν τον «ατμοσφαιρικό τοίχο ήχου»;
Doodswens: Ναι, σίγουρα ο ήχος είναι πλέον πιο επιβλητικός με έναν τόσο καλό μπασίστα μαζί μας. Αλλά οι R. και P. δεν υποστηρίζουν μόνο τον ήχο — υποστηρίζουν ολόκληρη τη δύναμη και την ενέργεια της ανίερης τριάδας μας.
Και στη διαδικασία σύνθεσης παίζουν μεγάλο ρόλο δημιουργικά και πνευματικά. Για αυτό έγινε γρήγορα σαφές ότι δεν πρόκειται απλώς για live lineup — αυτή είναι πλέον πραγματική μπάντα.

Jo: Πάντα αντλούσατε έμπνευση από την ωμότητα των ‘90s (Mayhem, Darkthrone). Σε μια εποχή υπερ-παραγωγής και high-tech studio εργαλείων, πώς διατηρείτε αυτό το “lo-fi” πνεύμα ενώ εξακολουθείτε να ακούγεστε σύγχρονοι και φρέσκοι;
Doodswens: Αυτή η εποχή αποτελεί μεγάλη έμπνευση για εμάς, αλλά κυρίως σε επίπεδο αισθήματος και νοοτροπίας — πάθους και ενέργειας — περισσότερο παρά ως προς τον ίδιο τον ήχο.
Ποτέ δεν προσπαθούμε να αναπαράγουμε ή να δημιουργήσουμε κάτι συγκεκριμένο. Απλώς κάνουμε αυτό που νιώθουμε. Ακολουθούμε το ένστικτό μας και μένουμε πολύ κοντά σε ό,τι μοιάζει αληθινό, σωστό και ουσιαστικό για εμάς.
Αυτόν τον δρόμο ακολουθούμε. Και στο τέλος προκύπτει κάτι που ακούγεται και αισθάνεται σωστό για εμάς. Αν αυτό τυχαίνει να θυμίζει τον ήχο ή την ατμόσφαιρα των ‘90s, τότε είναι απλώς σύμπτωση και αποτέλεσμα — όχι στόχος.

Jo: Έχετε πει πως η μουσική σας αφορά «την αντιπαράθεση και όχι την παρηγοριά». Υπήρξε ποτέ εμφάνιση που ένιωσες υπερβολικά έντονη ακόμη και για εσένα; Πού μπαίνει η γραμμή ανάμεσα στην «τέχνη» και την «προσωπική εξορκιστική κάθαρση»;
Doodswens: Όλα τα rituals και τα live performances είναι υπερβολικά έντονα για μένα. Μου κοστίζουν πολλή ενέργεια — ψυχικά και σωματικά — ενώ παράλληλα επαναφέρουν τραύματα και με αναγκάζουν να ξαναζώ συγκεκριμένα συναισθήματα για να μπορώ να τα αποδώσω.
Παρόλα αυτά, είναι και βαθιά απελευθερωτικό.
Για μένα, η τέχνη είναι πόνος. Και ο πιο αληθινός τρόπος να αποδώσεις σκοτεινές δυνάμεις είναι να τις έχεις βιώσει η ίδια.
Οπότε ναι — κατά μία έννοια είναι προσωπικός εξορκισμός. Και προς το παρόν, δεν με ενοχλεί αυτό.

Jo: Η Ολλανδία διαθέτει πλέον μια ιδιαίτερα δυναμική black metal σκηνή (Fluisteraars, Turia, κ.ά.). Νιώθετε μέρος κάποιου συγκεκριμένου «κινήματος» ή προτιμάτε να κρατάτε τους Doodswens απομονωμένους στη δική τους σκοτεινή γωνιά;
Doodswens: Υπάρχουν όντως διάφορα κινήματα στην Ολλανδία, ακόμη και διαφορετικές περιοχές με δική τους αισθητική και νοοτροπία.
Εμείς βρισκόμαστε κάπου ανάμεσα.
Κάνουμε ξεκάθαρα το δικό μας πράγμα, ζώντας στη δική μας μικρή φούσκα, ενώ παράλληλα στηρίζουμε και εμπνεόμαστε από ορισμένες ολλανδικές μπάντες.
Δεν ακολουθούμε κανέναν δρόμο ούτε νιώθουμε μέλος κάποιας συγκεκριμένης «ομάδας».
Είμαστε απλώς οι Doodswens — και αυτός είναι ο δικός μας δρόμος.

Jo: Πώς γεννιέται συνήθως ένα τραγούδι των Doodswens; Ξεκινά από ένα drum pattern ή από ένα συναίσθημα/εικόνα που καθορίζει τη μελωδία;
Doodswens: Συνήθως ξεκινά — από τη δική μου πλευρά — με το να ξυπνήσω έχοντας μια μελωδία στο μυαλό, ή να ακούσω/νιώσω ένα drum beat ενώ κάνω practice ή οδηγώ, ή ακόμη από έναν συγκεκριμένο φωνητικό ήχο/στίχο.
Μετά το αναπτύσσουμε και γράφουμε demos πάνω σε αυτό.
Άλλες φορές η ιδέα ξεκινά από τον P. ή τον R., συνήθως με κάποιο riff.
Και από εκεί συνεχίζουμε να το χτίζουμε μέχρι να μετατραπεί σε ολοκληρωμένο κομμάτι.

Jo: Η πρώτη σας εμφάνιση στο Roadburn Festival αποτέλεσε σημείο καμπής. Κοιτώντας πίσω, πόσο έχει αλλάξει η Inge του 2017 σε σχέση με τη σημερινή Inge που ετοιμάζεται να κυκλοφορήσει αυτό το τεράστιο δεύτερο άλμπουμ;
Doodswens: Αυτή είναι πολύ βαθιά, προσωπική και βαριά ερώτηση για μένα.
Αν μιλάμε για την Inge του 2017 — εκείνη πέθανε. Κυρίως το 2018, λόγω σημαντικών προσωπικών γεγονότων και απωλειών.
Και ανάμεσα σε όλα αυτά συνέβησαν τόσα πολλά, που θα ήταν προσβολή να πω πως είμαι η ίδια.
Για μένα, αν λες πως είσαι ο ίδιος άνθρωπος μετά από τόσο βαριές εμπειρίες, τότε κάνεις κάτι λάθος — γιατί σημαίνει ότι δεν εξελίσσεσαι και δεν μαθαίνεις.
Ο άνθρωπος που ήμουν τότε δεν υπάρχει πια.
Πέθανε και χρειάστηκε να συρθεί ξανά από το έδαφος και να χτίσει από το μηδέν μια ισχυρότερη προσωπικότητα και πίστη.
Και συνεχίζω να εξελίσσομαι, να παλεύω και να επεξεργάζομαι όσα έγιναν.
Αλλά νομίζω το ίδιο ισχύει για κάθε άνθρωπο.
Αν δεν αλλάζεις και δεν εξελίσσεσαι, κάνεις κάτι λάθος.

Jo: Με το άλμπουμ να κυκλοφορεί στις 17 Απριλίου 2026, τι να περιμένουμε από τις επερχόμενες ritualistic εμφανίσεις σας; Υπάρχουν σχέδια για ευρύτερη ευρωπαϊκή περιοδεία;
Doodswens: Δεν υπάρχει ακόμη επιβεβαιωμένη περιοδεία, όμως δουλεύουμε έντονα παρασκηνιακά πάνω σε διάφορα πράγματα.
Έχουμε ήδη κάποια festival shows προγραμματισμένα, όπως το Under the Black Sun.
Και ελπίζω κάποια μέρα να έρθουμε και στην Ελλάδα, καθώς είναι χώρα με πολύ προσωπικό νόημα και ιστορία για μένα.
Την αγαπώ πραγματικά — τους ανθρώπους, την κουλτούρα και τη μουσική της.
Ελπίζω να βρεθούμε εκεί κάποια στιγμή.

Jo (+1): Αν αυτό το άλμπουμ ήταν πράγματι μια «τελευταία διαθήκη», ποια είναι η μία αλήθεια για τον ανθρώπινο πόνο που θα ήθελες να μείνει χαραγμένη στο μυαλό του ακροατή όταν σβήσει η τελευταία νότα;
Doodswens: Η ζωή είναι μια ατελείωτη μάχη που τελειώνει με τον θάνατο.
Κανείς δεν μπορεί να νικήσει — όλοι θα χάσουν.
Το μόνο που έχει σημασία είναι να μην τα παρατάς.
Να συνεχίζεις να παλεύεις.
Να συνεχίζεις να εξελίσσεσαι.
Και μέσα σε όλα αυτά να παραμένεις πιστός στον εαυτό σου και στα αληθινά σου συναισθήματα.
Τότε θα βρεις τον δρόμο σου.
Έναν δρόμο που και πάλι θα καταλήξει στον θάνατο.
Όμως τα μίζερα, αφόρητα βασανιστήρια της διαδρομής μπορούν να γίνουν πιο υποφερτά έτσι.
Hail Satan.

Οι Doodswens συνεχίζουν να αποδεικνύουν πως η πιο ουσιαστική τέχνη γεννιέται μέσα από την αντιπαράθεση με το κενό. Το νέο ομώνυμο άλμπουμ τους αποτελεί μαρτυρία του ασυμβίβαστου οράματός τους και της δημιουργικής δύναμης της «Black Flame».

Ευχαριστούμε την Inge van der Zon για αυτή τη βαθιά και ειλικρινή συζήτηση.

Φροντίστε να βιώσετε το ritual του “Doodswens” στις 17 Απριλίου και να παρακολουθήσετε την πορεία της μπάντας καθώς συνεχίζει να διαμορφώνει το σύγχρονο black metal τοπίο.

Συνέντευξη – κείμενο: Joanna Gonas