Ο λόγος που καθυστέρησε αυτή η δισκοκριτική είναι διπλός. Πρώτον, πρόκειται για την παρθενική μου εμφάνιση στα reviews του Metalwar.gr και, όπως είναι λογικό, υπάρχει ένας δισταγμός όταν τα συναισθήματά σου εκτίθενται για πρώτη φορά σε ένα ευρύτερο κοινό.
Ο δεύτερος λόγος είναι πως αυτός ο δίσκος περιέχει τόσα πολλά ερεθίσματα — μουσικά και στιχουργικά — που δύσκολα «χωράνε» μέσα σε ένα μόνο άρθρο.
Όπως και να ’χει, οι Neurosis επιστρέφουν με το δωδέκατο άλμπουμ τους, δέκα χρόνια μετά το «Fires Within Fires» (2016), και μάλιστα με μια αλλαγή που θυμίζει “μεταγραφή αεροδρομίου”. Ο Aaron Turner (ISIS / Sumac) αναλαμβάνει το πόστο του αποχωρήσαντα Scott Kelly σε φωνητικά και κιθάρες, φέρνοντας μια νέα πνοή στη μπάντα. Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως έχει επιμεληθεί και το εξώφυλλο του δίσκου, παρουσιάζοντας μια διαφορετική καλλιτεχνική του πλευρά.
Ηχητικά, όσο περισσότερο βυθίζεσαι στον δίσκο, τόσο συνειδητοποιείς πως πρόκειται για μια πάλη. Μια πάλη με το σκοτάδι μέσα μας, τη μιζέρια της σύγχρονης κοινωνίας, την απώλεια και το πένθος. Κι όμως, υπάρχουν στιγμές — όπως στο «First Red Rays» — όπου αναδύεται κάτι γαλήνιο. Σαν να βρίσκεσαι σε ένα σκοτεινό δωμάτιο με κλειστά παντζούρια, απ’ όπου όμως περνούν οι πρώτες κόκκινες ηλιαχτίδες της ανατολής μέσα από τις χαραμάδες.
«Seeking an honest share of clear sky», όπως αναφέρουν και οι στίχοι του «Untethered». Μια αναζήτηση — ή ίσως μια προσμονή — της ελπίδας, η οποία όμως μοιάζει να απομακρύνεται όσο βυθίζεσαι βαθύτερα στα έγκατα της ψυχοσύνθεσης του δίσκου.
Το «Last Light», το τελευταίο και μεγαλύτερο σε διάρκεια κομμάτι (16:58), λειτουργεί ως κορύφωση. Ένα ατμοσφαιρικό post-metal παραλήρημα που σε παρασύρει με τα ηλεκτρονικά του στοιχεία, δημιουργώντας μια αίσθηση σύγχυσης μέσα από βαριά ξεσπάσματα και μελαγχολικά leads.
Με το πρώτο τους άλμπουμ ύστερα από δέκα χρόνια, και μετά από εσωτερικές αναταράξεις και την αποχώρηση ενός ιδρυτικού μέλους από το 1985, οι Neurosis αποδεικνύουν πως έχουν ακόμη πολλά να πουν. Χωρίς φανφάρες, promos ή release parties. Απλώς κυκλοφόρησαν έναν δίσκο καθαρτικό για τους ίδιους, με στίχους που σε προκαλούν να σκεφτείς — και πρέπει να σε προκαλούν. Αργόσυρτα sludge riffs, αρρωστημένα αλλά μελωδικά leads και απόκοσμα φωνητικά, σαν να αναδύονται από έναν λασπώδη βούρκο.
Κι αν κάτι μένει στο τέλος, είναι πως δίσκοι σαν κι αυτόν — όπως και η πρόσφατη δουλειά των Converge — μοιάζουν σχεδόν αποφασισμένοι να μας σκατοψυχιάσουν. Όχι από κακία, αλλά γιατί μας κοιτάνε κατάματα και μας θυμίζουν κάτι που προσπαθούμε να ξεχάσουμε: ότι ο κόσμος γύρω μας σαπίζει, και μαζί του σαπίζουμε κι εμείς. Κι όμως, μέσα σε αυτή τη σήψη, γεννιέται και κάτι αληθινό. Οι δύο αυτές κυκλοφορίες δεν είναι απλώς δυνατές — είναι αναγκαίες.
Και, χωρίς πολλή σκέψη, αξίζουν να βρίσκονται ήδη στη συζήτηση για τον δίσκο της χρονιάς.
We’ve forgotten how to live so we suffer
We’ve forgotten how to struggle so we suffer
We’ve forgotten how to die so we suffer
We’ve forgotten we are wild so we suffer
We exist in isolation so we suffer
— “We Are Torn Wide Open”
Ντίνος Καρράς
9/10