Έφτασε λοιπόν η ώρα για την δικσoκριτική του νέου δίσκου των Mastodon. Κάτι που τρεναρω αρκετές μέρες καθώς είναι δύσκολο να είσαι αντικειμενικός με μία απο τις αγαπημένες σου μπάντες. Μια λατρεία που υπάρχει απο την εποχή του Remission και εν έτη 2026, κρατάει χρονια αυτή η κολώνια.
Υπάρχουν δίσκοι που είναι σχετικά εύκολο να κρίνεις. Τους βάζεις να παίξουν, ακούς τα τραγούδια, κρατάς σημειώσεις, ξεχωρίζεις τις καλές και τις κακές στιγμές και κάπου εκεί έχεις σχηματίσει άποψη.
Το “Marrow Deep” δεν είναι ένας από αυτούς τους δίσκους.
Και αυτό γιατί είναι σχεδόν αδύνατο να ακούσεις το ένατο album των Mastodon απομονωμένο από όλα όσα έχουν συμβεί γύρω από τη μπάντα τα τελευταία δύο χρόνια. Την αποχώρηση του Brent Hinds τον Μάρτιο του 2025, τον τραγικό θάνατό του λίγους μήνες αργότερα σε δυστύχημα με τη μηχανή του, την απώλεια της μητέρας του Brann Dailor και γενικότερα μια περίοδο κατά την οποία οι Mastodon βρέθηκαν αντιμέτωποι με κάτι που γνωρίζουν δυστυχώς πολύ καλά: την απώλεια.
Γιατί ο Brent Hinds δεν ήταν απλώς ένας κιθαρίστας που πέρασε από τους Mastodon. Ήταν κομμάτι του DNA τους. Ένας από τους ανθρώπους που έκαναν αυτή τη μπάντα να ακούγεται τόσο παράξενη, τόσο απρόβλεπτη και πολλές φορές τόσο επικίνδυνη.
Και όσο καλό κι αν είναι το “Marrow Deep”, η απουσία του ακούγεται. Ακούγεται πολύ.

Οι Mastodon του 2026 είναι πλέον οι Troy Sanders, Brann Dailor και Bill Kelliher στον βασικό τους πυρήνα, με τον Nick Johnston στην κιθάρα και τον João Nogueira στα πλήκτρα να έχουν ενεργό ρόλο στη νέα πραγματικότητα της μπάντας. Και αντί να προσπαθήσουν να κατασκευάσουν έναν δεύτερο Brent Hinds –κάτι που ούτως ή άλλως θα ήταν αδύνατο– επιλέγουν να κινηθούν προς μια ελαφρώς διαφορετική κατεύθυνση.
Η μοίρα είναι εκεί πριν καν πατήσεις το play
Πριν όμως φτάσουμε στη μουσική, υπάρχει το εξώφυλλο.
Και αυτή τη φορά δεν έχουμε απλώς ένα ακόμη εντυπωσιακό Mastodon artwork. Στο εξώφυλλο του “Marrow Deep” δεσπόζουν οι Τρεις Μοίρες, δίνοντάς μας ουσιαστικά το πρώτο κλειδί για να καταλάβουμε ολόκληρο τον δίσκο πριν καν ακούσουμε την πρώτη νότα.
Η Κλωθώ, η Λάχεσις και η Άτροπος.
Η μία γνέθει το νήμα της ζωής, η δεύτερη καθορίζει το μήκος του και η τρίτη, όταν έρθει η ώρα, το κόβει.
Δύσκολα θα μπορούσαν οι Mastodon να έχουν επιλέξει πιο ταιριαστή εικόνα για έναν δίσκο σαν το “Marrow Deep”.
Γιατί αν υπάρχει κάτι που διατρέχει ολόκληρο το album, είναι αυτή η αίσθηση ότι όσο κι αν προσπαθούμε να κρατήσουμε τον έλεγχο της ζωής μας, κάποια πράγματα απλώς δεν περνούν από το χέρι μας. Η απώλεια, ο θάνατος, η καταστροφή και τελικά η ανάγκη να συνεχίσεις όταν το νήμα κάποιου δίπλα σου έχει ήδη κοπεί.
Και φυσικά, μετά τον θάνατο του Brent Hinds, είναι σχεδόν αδύνατο να κοιτάξεις αυτή την εικόνα χωρίς το μυαλό σου να πάει εκεί.
Το artwork δεν χρειάζεται να δείξει τον Brent. Δεν χρειάζεται κάποιο προφανές tribute ή ένα σύμβολο που να φωνάζει το όνομά του. Οι Μοίρες κάνουν όλη τη δουλειά. Και αυτό ίσως είναι που κάνει το εξώφυλλο τόσο πετυχημένο. Δεν λειτουργεί απλώς σαν artwork. Λειτουργεί σαν προοίμιο του ίδιου του δίσκου.

Μέσα στο “Marrow Deep”
Το “Barbarians Blood” ανοίγει τον δίσκο χωρίς πολλές συστάσεις. Βαρύ, επιθετικό, με τον Brann Dailor να παίζει λες και κάποιος του χρωστάει λεφτά και με εκείνο το γνώριμο Mastodon riffing που μπορεί μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα να μετατραπεί από sludge ογκόλιθο σε progressive παραφροσύνη. Είναι από εκείνα τα κομμάτια που σου υπενθυμίζουν ότι κάτω από όλες τις μελωδίες, τα concepts και τους πειραματισμούς υπάρχει ακόμα η μπάντα που κάποτε έγραψε τα “Leviathan” και “Blood Mountain”.
Το “Poisonous Weapons” συνεχίζει με περισσότερο βάρος και με τον Troy Sanders να βρίσκεται ακριβώς εκεί που τον θέλεις: μπροστά, απειλητικό και με αυτή τη χαρακτηριστική φωνή που μοιάζει να βγαίνει μέσα από κάποιον τεράστιο υπόγειο θάλαμο. Ίσως το αγαπημένο μου κομμάτι του δίσκου.
Και μετά έρχεται το “Your Ghost Again”.
Είναι ίσως το συναισθηματικό κέντρο ολόκληρου του “Marrow Deep”. Ένα τραγούδι που περιστρέφεται γύρω από εκείνες τις παράξενες στιγμές μετά την απώλεια κάποιου, όταν για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου νομίζεις ότι τον είδες ξανά δίπλα σου.
Ο Dailor έχει μιλήσει για τις στιγμές μέσα στο studio όπου έπιανε τον εαυτό του να “βλέπει” τον Brent στα δεξιά του, στο σημείο όπου στεκόταν συνήθως με την κιθάρα του.
Και κάπου εδώ αρχίζεις να καταλαβαίνεις πραγματικά τι είναι αυτός ο δίσκος.
Δεν είναι ακριβώς ένας δίσκος για τον Brent Hinds. Ούτε θα ήταν σωστό να παρουσιαστεί έτσι, αφού μεγάλο μέρος του υλικού και των θεμάτων του είχε ήδη αρχίσει να σχηματίζεται μέσα από άλλες απώλειες που βίωναν τα μέλη της μπάντας.
Είναι όμως ένας δίσκος πάνω στον οποίο η σκιά του Hinds έπεσε αναπόφευκτα.
Το “Snakes For Dinner”, με τη συμμετοχή του Josh Homme, δίνει μια διαφορετική ανάσα. Πιο groovy, πιο βρώμικο, με εκείνη τη σχεδόν sleazy αίσθηση που ο Homme μπορεί να φέρει χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια. Η παρουσία του λειτουργεί εξαιρετικά χωρίς να μετατρέπει το κομμάτι σε “Mastodon featuring Queens Of The Stone Age”.
Τα “Out Like A Lamb” και “In The Ruins” ρίχνουν λίγο τις ταχύτητες και αφήνουν περισσότερο χώρο στην ατμόσφαιρα. Ειδικά το δεύτερο αποκτά ακόμη μεγαλύτερο βάρος από τη στιγμή που συνδέεται και με την καταστροφή που προκάλεσε ο τυφώνας Helene στο σπίτι και τη ζωή του Troy Sanders.

Οι Mastodon ποτέ δεν είχαν πρόβλημα να πάρουν πραγματικές τραγωδίες και να τις μετατρέψουν σε μουσική. Το έχουν κάνει ξανά και ξανά στην καριέρα τους. Και ίσως γι’ αυτό το “Marrow Deep” ακούγεται τόσο φυσικό παρά τις τεράστιες αλλαγές που έχουν προηγηθεί.
Το “They’re Coming For You” επαναφέρει την ένταση, ενώ στο “Golden Spires” ο Brann Dailor δίνει πραγματικά ρέστα. Υπάρχουν στιγμές στον δίσκο όπου συνειδητοποιείς ξανά πόσο εξωφρενικά καλός drummer είναι. Όχι επειδή προσπαθεί να γεμίσει κάθε κενό με τεχνική επίδειξη, αλλά επειδή μπορεί να αλλάξει ολόκληρη τη δυναμική ενός κομματιού με ένα fill.
Το “Moth And Bone” είναι από εκείνα τα τραγούδια που πιθανότατα χρειάζονται περισσότερες ακροάσεις για να αποκαλύψουν όλα όσα κρύβουν, ενώ το “A Vampire’s Demeanor”, με Randy Blythe και Nate Newton, ξαναφέρνει τη βρωμιά και την επιθετικότητα στο προσκήνιο.
Και μετά έχουμε το “The Vanishing”.
Όταν σε έναν δίσκο των Mastodon εμφανίζεται ο Geezer Butler, δεν χρειάζεται να γράψεις πολλά για να τραβήξεις την προσοχή κάποιου. Η εισαγωγή του στο μπάσο είναι από μόνη της αρκετή, ενώ η παρουσία του Joe Duplantier προσθέτει ακόμη περισσότερο βάρος σε ένα από τα πιο ενδιαφέροντα κομμάτια του album.
Και τελικά φτάνουμε στο σχεδόν οκτάλεπτο “The Three Fates”, με τον Neil Fallon των Clutch.
Εδώ κλείνει ο κύκλος. Οι Μοίρες που μας υποδέχθηκαν στο εξώφυλλο βρίσκονται πλέον μέσα στη μουσική. Η Κλωθώ, η Λάχεσις και η Άτροπος δεν είναι απλώς μια ωραία μυθολογική αναφορά που έδειχνε καλή πάνω στο artwork. Είναι από τα βασικά κλειδιά για να καταλάβεις το “Marrow Deep”. Έναν δίσκο για όλα εκείνα που μπορούμε να ελέγξουμε. Και κυρίως για εκείνα που δεν μπορούμε.

Ο ελέφαντας στο δωμάτιο
Και κάπου εδώ πρέπει να επιστρέψουμε στον Brent. Γιατί όσο κι αν προσπαθήσεις να αξιολογήσεις το “Marrow Deep” αποκλειστικά σαν μουσική, υπάρχουν σημεία στα οποία αναπόφευκτα σκέφτεσαι: “Εδώ ο Brent θα έκανε κάτι διαφορετικό.” Δεν ξέρεις τι όμως. Αυτό ακριβώς ήταν το θέμα μαζί του.
Ένα περίεργο southern bluegrass lick, ένα ξαφνικό lead, ένα solo που φαινομενικά ερχόταν από άλλον πλανήτη, εκείνα τα τραχιά φωνητικά του ή απλώς μια κιθαριστική ιδέα που κανένας φυσιολογικός άνθρωπος δεν θα σκεφτόταν να βάλει εκεί. Αυτό λείπει από το “Marrow Deep”. Και λείπει εμφανώς.
Ο Nick Johnston είναι εξαιρετικός κιθαρίστας και τεχνικά δεν υπάρχει σχεδόν τίποτα για το οποίο μπορείς να κατηγορήσεις τη νέα κιθαριστική διάταξη των Mastodon. Ο Bill Kelliher παραμένει μια riffομηχανή και συνολικά οι κιθάρες του album είναι τεράστιες.
Αλλά η μουσική δεν είναι μαθηματικά.
Ο Hinds έφερνε ένα στοιχείο χάους στους Mastodon. Μια αίσθηση ότι το τραγούδι μπορούσε ανά πάσα στιγμή να πάρει μια περίεργη στροφή επειδή έτσι του κατέβηκε εκείνη τη στιγμή. Και αυτή η σχεδόν ανεξέλεγκτη προσωπικότητα περνούσε μέσα στην κιθάρα του.
Ήταν blues. Ήταν country. Ήταν southern rock. Ήταν metal. Ήταν progressive. Μερικές φορές ήταν όλα αυτά μέσα σε ένα solo.
Το “Marrow Deep” είναι πιο ελεγχόμενο. Ίσως ακόμη και πιο συγκροτημένο. Και παραδόξως αυτό είναι ταυτόχρονα ένα από τα δυνατά του σημεία και μία από τις αδυναμίες του.
Οι Mastodon ακούγονται πιο δεμένοι από όσο θα περίμενε κανείς μετά από μια τέτοια ανατροπή. Τα πλήκτρα του João Nogueira έχουν πλέον ουσιαστικό ρόλο και όχι απλώς διακοσμητικό, η παραγωγή των Patrik Berger και Kurt Ballou αφήνει το album να αναπνεύσει χωρίς να του αφαιρεί τον όγκο του, ενώ Sanders και Dailor έχουν αναλάβει ακόμη μεγαλύτερο μέρος του φωνητικού χαρακτήρα της μπάντας.
Το σημαντικότερο όμως είναι ότι δεν προσπάθησαν να γράψουν έναν Mastodon δίσκο “σαν να ήταν ακόμα εδώ ο Brent”. Έγραψαν έναν Mastodon δίσκο χωρίς τον Brent. Η διαφορά είναι τεράστια. Και θεωρώ ότι ήταν η μόνη σωστή επιλογή.
Γιατί οποιαδήποτε προσπάθεια αντιγραφής του θα κατέληγε πιθανότατα σε καρικατούρα. Ο Hinds ήταν ένας από εκείνους τους μουσικούς που δεν αντικαθίστανται πραγματικά. Το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να αποδεχθείς την απουσία τους και να δεις τι μπορεί να γίνει η μπάντα μετά από αυτούς.

Και φτάνουμε στο σήμερα.
Γιατί το επόμενο κεφάλαιο των Mastodon αρχίζει ήδη να γράφεται και έχει ένα ακόμη πολύ ενδιαφέρον όνομα δίπλα του.
John Baizley.
Ο κιθαρίστας και frontman των Baroness εμφανίστηκε μαζί με τους Mastodon στο πρόσφατο warm-up show τους στο The Earl της Atlanta και πλέον ανακοινώθηκε ότι θα βρίσκεται μαζί τους στο “The Poisonous Weapons Tour”, συμμετέχοντας σε ένα ειδικό set που θα περιλαμβάνει παλαιότερα τραγούδια των Mastodon τα οποία η μπάντα έχει χρόνια να παίξει ζωντανά.
Και προσωπικά θεωρώ την επιλογή του Baizley εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Όχι επειδή πρόκειται να γίνει ο “νέος Brent Hinds”. Δεν είναι. Και καλό θα ήταν να μην αντιμετωπιστεί ποτέ έτσι.
Ο Baizley όμως είναι ένας μουσικός που καταλαβαίνει όσο λίγοι εκείνο το σημείο όπου το sludge, το progressive, το southern στοιχείο, η ψυχεδέλεια και το συναίσθημα μπορούν να συνυπάρξουν. Οι Baroness άλλωστε μεγάλωσαν μουσικά μέσα σε έναν κόσμο που πολλές φορές κινήθηκε παράλληλα με εκείνον των Mastodon.
Το αν αυτή η συνεργασία θα περιοριστεί στις συγκεκριμένες εμφανίσεις ή αν κάποια στιγμή εξελιχθεί σε κάτι περισσότερο, μένει να το δούμε.
Προς το παρόν όμως το “Marrow Deep” δίνει μια αρκετά ξεκάθαρη απάντηση στο μεγαλύτερο ερώτημα που υπήρχε πάνω από τους Mastodon μετά τον Brent Hinds.
Ναι, μπορούν να συνεχίσουν χωρίς αυτόν.
Απλώς δεν θα είναι ποτέ ακριβώς οι ίδιοι Mastodon.
- Barbarians Blood – 4:37
- Poisonous Weapons – 5:00
- Your Ghost Again – 4:35
- Snakes for Dinner – 4:57
- Out Like a Lamb – 5:38
- In the Ruins – 5:37
- They’re Coming for You – 5:14
- Golden Spires – 5:39
- Moth and Bone – 4:46
- A Vampire’s Demeanor – 4:50
- The Vanishing – 6:43
- The Three Fates – 7:47
Ντίνος Καρράς
8.5/10


Δεν υπάρχουν σχόλια ακόμη. Γίνε ο πρώτος που θα σχολιάσει!