Oι EVERGREY, οι Σουηδοί άρχοντες της μελαγχολίας, πιστοί στο ραντεβού τους με τους οπαδούς τους επιστρέφουν σε λίγες ημέρες με το 15ο ολοκληρωμένο τους άλμπουμ με τίτλο “Architects of a New Weave”. Είχαμε την ευκαιρία και τη χαρά να συνομιλήσουμε με τον Johan Niemann, μπασίστα της μπάντας για το άλμπουμ αλλά και γενικότερα για την πορεία των EVERGREY όλα αυτά τα χρόνια (δείτε το video της συνέντευξης εδώ!!).
Metalwar: Καλησπέρα και καλώς ήρθατε στο Metalwar. Σήμερα έχω την τιμή και τη χαρά να μιλήσω με τον Johan Niemann, μπασίστα των EVERGREY. Καλώς ήρθες Johan και ευχαριστώ πολύ για τον χρόνο σου.
Johan Niemann: Ευχαριστώ πολύ για την πρόσκληση.
Metalwar: Πρώτα απ’ όλα, συγχαρητήρια για το επερχόμενο 15ο studio album σας, το “Architects of a New Wave”. Έλαβα το promo χθες και είχα την ευκαιρία να ακούσω τον δίσκο. Μου άρεσε πραγματικά πολύ. Για αρχή, θα ήθελα να σε ρωτήσω για τη δημιουργική διαδικασία πίσω από αυτό το album. Τι συνέβη αυτά τα δύο χρόνια ανάμεσα στο “Theories of Emptiness” και το “Architects of a New Wave” και ποιες θεωρείς ότι είναι οι μεγαλύτερες διαφορές ανάμεσα στους δύο δίσκους;
J.N.: Η μεγαλύτερη διαφορά σε σχέση με το “Theories of Emptiness” είναι ότι ο Jonas Ekdahl είχε τεράστια συμμετοχή σε εκείνον τον δίσκο — όχι μόνο στα drums, αλλά και στην συμπαραγωγή, τις ενορχηστρώσεις και γενικότερα σε όλη τη δημιουργική διαδικασία. Από τη στιγμή που αποχώρησε από το συγκρότημα, δεν συμμετείχε σε αυτόν τον δίσκο, οπότε πολλές από αυτές τις ευθύνες έπεσαν πάνω μου αυτή τη φορά.
Πέρασα πολύ χρόνο με τον Tom, συναντιόμασταν αρκετές φορές μέσα στην εβδομάδα, ακούγαμε ιδέες, δουλεύαμε πάνω στις ενορχηστρώσεις και στις λεπτομέρειες των τραγουδιών. Και ο Vikram Shankar συμμετείχε ενεργά σε όλη αυτή τη διαδικασία, οπότε συνολικά ήταν μια πολύ δυνατή συνεργασία.
Στο τέλος ήταν μια πολύ όμορφη εμπειρία και μια εξαιρετική συνεργασία ανάμεσα σε όλους μας.
Metalwar: Έχετε αναφέρει σε προηγούμενες συνεντεύξεις ότι ήταν εξαιρετικά δύσκολο να επιλέξετε τα singles αυτού του album, γιατί κάθε τραγούδι φαινόταν αρκετά δυνατό ώστε να σταθεί μόνο του. Τελικά επιλέξατε τα “Architects of a New Wave”, “The World Is on Fire” και “Leaving the Emptiness”. Τι ήταν αυτό που έκανε αυτά τα κομμάτια να ξεχωρίσουν;
J.N.: Ειλικρινά, ούτε εγώ μπορώ να το εξηγήσω ακριβώς. Ήταν πραγματικά δύσκολο να επιλέξουμε singles για αυτόν τον δίσκο, γιατί προσεγγίσαμε τη σύνθεση με διαφορετικό τρόπο αυτή τη φορά.
Ο Tom ήθελε να ξεκινήσουμε πρώτα από τα refrains. Η ιδέα ήταν ότι αν καταφέρναμε να γράψουμε δέκα πραγματικά δυνατά refrains, τότε θα μπορούσαμε να χτίσουμε τα τραγούδια γύρω από αυτά — κάτι που έχει λογική, γιατί συνήθως το refrain είναι το συναισθηματικό και μελωδικό κέντρο ενός τραγουδιού.
Όταν ολοκληρώθηκε ο δίσκος, νιώθαμε πραγματικά ότι κάθε κομμάτι θα μπορούσε να είναι single. Στο τέλος απλώς ψηφίσαμε, αλλά ακόμα κι έτσι δεν μπορούσαμε να συμφωνήσουμε πλήρως.
Για να είμαι ειλικρινής, δεν ήμουν σίγουρος για το “Leaving the Emptiness” ως single, αλλά τελικά αποδείχθηκε η σωστή επιλογή γιατί ο κόσμος συνδέθηκε αμέσως με το τραγούδι. Οπότε χάρηκα που έκανα λάθος.
Στο τέλος εμπιστευτήκαμε τη δημοκρατική διαδικασία μέσα στο συγκρότημα και επιλέξαμε συλλογικά αυτά που μας φάνηκαν πιο σωστά.
Metalwar: Διαβάζοντας τους στίχους του νέου album, παρατήρησα ότι χρησιμοποιείτε αρκετές φορές τη φράση “where chaos meets order”. Είναι κάτι που θεωρείς ότι εκφράζει το βασικό concept του album; Και γενικότερα, ποια είναι η στιχουργική προσέγγιση του “Architects of a New Wave”;
J.N.: Αν υπάρχει ένα κεντρικό θέμα που διατρέχει ολόκληρο τον δίσκο, αυτό είναι μάλλον η ιδέα του να βρίσκεις τον δικό σου δρόμο στη ζωή και να γίνεσαι ο “καπετάνιος” του δικού σου πλοίου — ή αλλιώς, ο αρχιτέκτονας της ίδιας σου της ζωής.
Ο δίσκος μιλάει ουσιαστικά για το να βρεις τη δύναμη να αντιμετωπίσεις τα προβλήματά σου, τους φόβους σου ή τους προσωπικούς σου δαίμονες, όποια μορφή κι αν έχουν. Και επίσης για το να καταλάβεις ότι, στο τέλος της ημέρας, κανείς άλλος δεν μπορεί να κάνει αυτή τη δουλειά για σένα. Πρέπει να αντιμετωπίσεις μόνος σου αυτές τις δυσκολίες και να βρεις τον δικό σου δρόμο.
Metalwar: Ένα από τα αγαπημένα μου τραγούδια του album είναι το “A Burning Flame”, στο οποίο συνεργάζεστε με τον Mikael Stanne των DARK TRANQUILLITY. Πώς προέκυψε αυτή η συνεργασία και τι θεωρείς ότι έφερε η δική του φωνητική προσέγγιση στην ατμόσφαιρα των EVERGREY;
J.N.: Λατρέψαμε το album των CEMETERY SKYLINE (“Nordic Gothic”) — και συνεχίζουμε να το λατρεύουμε. Ειλικρινά θεωρώ ότι είναι μία από τις καλύτερες κυκλοφορίες των τελευταίων ετών. Ο Mikael έκανε καταπληκτική δουλειά εκεί και όταν αρχίσαμε να συζητάμε το ενδεχόμενο ενός guest vocalist, ήταν ο πρώτος άνθρωπος που μας ήρθε στο μυαλό.
Αυτό που μας ενδιέφερε περισσότερο δεν ήταν απαραίτητα η “βαριά” πλευρά της φωνής του. Η προφανής επιλογή θα ήταν να του ζητήσουμε brutal φωνητικά σε κάποιο βαρύ σημείο, γιατί αυτό θα περίμενε φυσικά ο κόσμος από έναν guest Mikael Stanne.
Αντί γι’ αυτό, όμως, θέλαμε να αποτυπώσουμε περισσότερο την ατμόσφαιρα και το συναισθηματικό ύφος που φέρνει στους CEMETERY SKYLINE — αυτό το σκοτεινό, μελωδικό και συναισθηματικό vibe. Και πιστεύω ότι το απέδωσε τέλεια.
Ο Mikael είναι ένας απίστευτος καλλιτέχνης αλλά και εξαιρετικά πολυάσχολος άνθρωπος, οπότε ήμασταν πραγματικά χαρούμενοι που καταφέραμε να βρούμε λίγες μέρες στο πρόγραμμά του για να γίνει αυτή η συνεργασία.
Metalwar: Σχετικά με τη συνεργασία σας με τον Mikael, πρέπει να πω πως είναι εντυπωσιακό το πόσο δεμένες και υποστηρικτικές είναι οι μπάντες και οι καλλιτέχνες από τη σκηνή του Γκέτεμποργκ. Πόσο σημαντική πιστεύεις ότι είναι γενικότερα αυτή η αλληλεγγύη για τις metal μπάντες;
Johan Niemann: Ναι, πιστεύω πως είναι εξαιρετικά σημαντικό οι μπάντες και οι καλλιτέχνες να στηρίζουν ο ένας τον άλλον και να προσπαθούν να ανεβάζουν ο ένας τον άλλον, αντί να ανταγωνίζονται συνεχώς μεταξύ τους.
Νομίζω πως όσο οι μουσικοί μεγαλώνουν και περνούν περισσότερα χρόνια μέσα στη σκηνή, αρχίζουν να καταλαβαίνουν πόσο πολύτιμο είναι αυτό το αίσθημα κοινότητας. Όταν είσαι μικρός — 15, 16, 17 χρονών και ξεκινάς την πρώτη σου μπάντα — φυσικά θέλεις να αποδείξεις ότι είσαι ο καλύτερος. Θέλεις να ξεπεράσεις όλους τους άλλους μουσικά και να δείξεις τι μπορείς να κάνεις. Αυτή η νοοτροπία είναι πολύ συνηθισμένη όταν είσαι νέος.
Μετά από κάποια χρόνια όμως, καταλαβαίνεις ότι τίποτα από αυτά δεν έχει πραγματικά σημασία μακροπρόθεσμα. Αυτό που έχει σημασία είναι η συντροφικότητα — η αδελφοσύνη και η ενότητα μέσα στη σκηνή — γιατί όλοι ωφελούνται όταν οι άνθρωποι στηρίζουν ο ένας τον άλλον.
Αυτό είναι ένα από τα σπουδαία στοιχεία της metal κοινότητας. Γνωρίζουμε άλλες μπάντες μέσα από φεστιβάλ, περιοδείες και κοινές εμπειρίες. Πριν μερικά χρόνια περιοδεύσαμε με τους DARK TRANQUILLITY για μερικές εβδομάδες το καλοκαίρι και ήταν μια καταπληκτική εμπειρία. Το να μοιράζεσαι το ίδιο tour bus με αυτούς τους ανθρώπους ήταν απίστευτο.
Και ειλικρινά, τέτοιες στιγμές μπορούν να υπάρξουν μόνο όταν οι μουσικοί σταματούν να βλέπουν ο ένας τον άλλον σαν ανταγωνιστές και αρχίζουν να λειτουργούν με σεβασμό και υποστήριξη.
Metalwar: Οι EVERGREY διαμορφώνουν τη progressive / melancholic metal σκηνή εδώ και πάνω από 30 χρόνια. Κοιτώντας πίσω στις πρώτες μέρες της μπάντας, στην εποχή του “The Dark Discovery”, η προσέγγισή σας στη θλίψη και το σκοτάδι ήταν πιο ωμή και σπλαχνική. Σήμερα, με το “Architects Of A New Weave”, η μουσική μοιάζει πιο επείγουσα αλλά και πιο μεταμορφωτική. Πιστεύεις ότι όσο μεγαλώνουμε, η σχέση μας με τη θλίψη αλλάζει; Από το να “βουλιάζουμε” μέσα της στο να προσπαθούμε να απελευθερωθούμε από αυτήν;
Johan Niemann: Ναι, νομίζω πως είναι μια πολύ σωστή παρατήρηση και πιθανότατα η ηλικία παίζει μεγάλο ρόλο σε αυτό. Όσο μεγαλώνεις, αναπόφευκτα περνάς δύσκολες εμπειρίες — απώλειες, απογοητεύσεις, πένθος και κάθε είδους δυσκολίες. Και αφού ζήσεις αρκετές από αυτές τις στιγμές, αρχίζεις σιγά-σιγά να καταλαβαίνεις πως, όσο επώδυνο κι αν φαίνεται κάτι εκείνη τη στιγμή, συνήθως δεν είναι το τέλος του κόσμου. Η ζωή συνεχίζεται με κάποιο τρόπο.
Όταν είσαι νεότερος, όλα μοιάζουν πολύ πιο έντονα γιατί πολλές εμπειρίες συμβαίνουν για πρώτη φορά. Κάθε πρόβλημα φαίνεται τεράστιο και αδύνατο να ξεπεραστεί.
Με την ηλικία όμως έρχεται και η προοπτική. Συνειδητοποιείς πως ο πόνος τελικά περνά, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, και αυτό αλλάζει τη σχέση σου με τη θλίψη. Παύει να είναι απλώς μια βύθιση μέσα στα συναισθήματα και γίνεται περισσότερο μια διαδικασία αποδοχής, κατανόησης και συνέχισης της πορείας σου.

Metalwar: Στον τίτλο του album χρησιμοποιείτε τη λέξη “architects”, κάτι που υπονοεί μια συνειδητή προσπάθεια να χτίσουμε ή να επανασχεδιάσουμε την πραγματικότητά μας. Αν κοιτούσες τη σημερινή κοινωνία, ποιο θεωρείς ότι είναι το σημαντικότερο πράγμα που οι άνθρωποι αποτυγχάνουν να “υφάνουν” σωστά στις κοινωνικές και συναισθηματικές τους σχέσεις;
Johan Niemann: Νομίζω πως η απληστία είναι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της σημερινής κοινωνίας.
Και δεν αναφέρομαι απαραίτητα μόνο σε ατομικό επίπεδο — αν και υπάρχει κι αυτό — αλλά περισσότερο σε μεγαλύτερη κλίμακα, σε κυβερνήσεις, πολυεθνικές εταιρείες και ανθρώπους που βρίσκονται σε θέσεις εξουσίας. Πολύ συχνά, το μόνο που φαίνεται να έχει σημασία είναι το πώς θα αποκτήσουν περισσότερα χρήματα και περισσότερο έλεγχο, χωρίς να τους νοιάζει ποιος θα πληγεί ή θα μείνει πίσω στη διαδικασία.
Το πρόβλημα είναι πως αυτή η νοοτροπία τελικά περνά και στην καθημερινή κοινωνία. Όταν οι άνθρωποι βλέπουν συνεχώς τεράστιες εταιρείες ή ισχυρούς οργανισμούς να κάνουν αμφιλεγόμενα πράγματα χωρίς καμία συνέπεια, σιγά-σιγά χάνεται η συμπόνια και η ανθρωπιά μεταξύ μας.
Δημιουργείται η αίσθηση ότι κανείς δεν λογοδοτεί πραγματικά και ότι οι απλοί άνθρωποι δεν έχουν τη δύναμη να αλλάξουν τίποτα. Και όταν οι άνθρωποι αρχίζουν να πιστεύουν ότι δεν έχουν καμία δύναμη, κλείνονται στον εαυτό τους και σταματούν να προσπαθούν να κάνουν τη διαφορά — και αυτό είναι ίσως το πιο θλιβερό κομμάτι όλης της ιστορίας.
Metalwar: Πιστεύω ότι το είδος μουσικής που παίζετε — μελαγχολικό, ατμοσφαιρικό, σκοτεινό — χρειάζεται ένα ιδιαίτερο βάθος. Και το μπάσο είναι καθοριστικό για να δοθεί αυτή η αίσθηση. Πώς βλέπεις τον ρόλο σου στη διαμόρφωση της ατμόσφαιρας ενός τραγουδιού των EVERGREY;
Johan Niemann: Βλέπω τον ρόλο μου σαν μια γέφυρα ανάμεσα στη ρυθμική δύναμη των drums και στα αρμονικά επίπεδα των κιθαρών. Ο βασικός μου στόχος είναι να είμαι όσο πιο σταθερός και υποστηρικτικός γίνχεται, ειδικά γιατί στο τέλος της ημέρας τα φωνητικά είναι συνήθως το κεντρικό στοιχείο της μουσικής.
Ταυτόχρονα όμως, αγαπώ πραγματικά το μπάσο και μου αρέσει να ακούω μπασίστες που παίρνουν δημιουργικά ρίσκα. Εκτιμώ τα μπασογραμμές που μένουν στη μνήμη — είτε είναι κάτι τεχνικά πολύπλοκο είτε μια απλή αλλά αποτελεσματική ρυθμική ή μελωδική ιδέα που δίνει χαρακτήρα σε ένα τραγούδι.
Για μένα λοιπόν, το σημαντικό είναι να βρεθεί η σωστή ισορροπία: να δημιουργήσεις έναν ήχο και ένα παίξιμο που στηρίζει ολόκληρη την ενορχήστρωση, αλλά ταυτόχρονα προσθέτει βάθος και ατμόσφαιρα. Προσπαθώ να διαμορφώσω τον ήχο του μπάσου έτσι ώστε drums και κιθάρες να “δένουν” μεταξύ τους πιο φυσικά και να λειτουργούν σαν ένα ενιαίο σύνολο.
Και είμαι πραγματικά τυχερός γιατί παίζω σε μια μπάντα όπου τα υπόλοιπα μέλη εκτιμούν πραγματικά το μπάσο και καταλαβαίνουν τη σημασία του μέσα στη μουσική.
Αυτό μου δίνει μεγάλη δημιουργική ελευθερία να πειραματίζομαι και να παίζω όπως θέλω, κάτι που εκτιμώ ιδιαίτερα ως μουσικός. Δεν έχουν όλοι οι μπασίστες αυτή τη δυνατότητα, ειδικά στον χώρο του metal, οπότε είμαι ευγνώμων που οι EVERGREY μου δίνουν τον χώρο να συμβάλλω δημιουργικά και να βοηθώ στη διαμόρφωση της ατμόσφαιρας των τραγουδιών με τον δικό μου τρόπο.
Metalwar: Μπορείς να αναφέρεις μερικούς μπασίστες που θαυμάζεις, παλιότερους ή νεότερους;
Johan Niemann: Υπάρχουν πάρα πολλοί μπασίστες που θαυμάζω. Φυσικά, ο Steve Harris είναι μία από τις μεγαλύτερες επιρροές — είναι πραγματικά αριστοτεχνικός μπασίστας. Ένας ακόμη μουσικός που πιστεύω ότι αξίζει περισσότερη αναγνώριση είναι ο Eddie Jackson των QUEENSRYCHE. Έγραφε πάντα εξαιρετικά καλαίσθητες και αξιομνημόνευτες μπασογραμμές, ενώ ο ήχος του μπάσου του ήταν πάντα φανταστικός. Πάντα λάτρευα το παίξιμό του.
Και φυσικά υπάρχει και μια ολόκληρη νέα γενιά μουσικών σήμερα. Βλέπω συνεχώς απίστευτους μπασίστες στο YouTube και στο Instagram — πραγματικά είναι τρομακτικό το πόσο ταλαντούχοι είναι κάποιοι από αυτούς. Μερικές φορές σχεδόν σε κάνει να απογοητεύεσαι, αλλά κυρίως είναι πηγή έμπνευσης.
Ένας μουσικός που μου αρέσει πολύ είναι ο Henrik Linder από τους DIRTY LOOPS. Δεν είναι metal μπάντα, αλλά είναι απίστευτος μπασίστας.
Υπάρχει επίσης μια πολύ νεαρή μπασίστρια που λέγεται Ellen — νομίζω είναι μόλις 13 ή 14 χρονών — και είναι ήδη εξαιρετικά ταλαντούχα. Από όσο γνωρίζω ανεβάζει κυρίως βίντεο online και δεν παίζει ακόμα σε κάποια μπάντα, αλλά είναι πραγματικά εντυπωσιακή.
Είναι όμορφο να βλέπεις τόσο πολύ ταλέντο σήμερα. Οι νέοι μουσικοί έχουν ατελείωτες δυνατότητες πλέον, είτε θέλουν να μπουν σε μπάντες, είτε να γίνουν solo artists, είτε να δημιουργήσουν το δικό τους κοινό μέσω του διαδικτύου.
Metalwar: Οι δίσκοι σας, ακόμη και πριν τη δική σου εποχή στην μπάντα, ασχολούνται με πολύ δύσκολα θέματα όπως η αυτοκτονία, ο θάνατος, το πένθος ή ακόμα και η παιδική κακοποίηση. Πού πιστεύεις ότι βρίσκεται η γραμμή ανάμεσα στη μουσική ως προσωπική θεραπεία και στο συναισθηματικό βάρος που κουβαλά ένας καλλιτέχνης όταν εκατοντάδες άνθρωποι βρίσκουν παρηγοριά μέσα σε αυτή τη σκοτεινή μουσική;
Johan Niemann: Ναι, νομίζω πως πολλές φορές αυτή είναι μια πολύ λεπτή γραμμή.
Στο τέλος της ημέρας, δεν γράφουμε πραγματικά μουσική για κανέναν άλλον πέρα από εμάς τους ίδιους. Φυσικά γνωρίζουμε ότι οι fans συνδέονται βαθιά με τη μουσική και ιδιαίτερα με τους στίχους του Tom, αλλά η διαδικασία της σύνθεσης ξεκινά πάντα από ένα πολύ ειλικρινές και προσωπικό σημείο.
Ένα από τα μεγαλύτερα χαρίσματα του Tom ως στιχουργού είναι ο τρόπος με τον οποίο εκφράζει συναισθήματα και εμπειρίες με τόσο καθολικό τρόπο. Ο κόσμος μπορεί να διαβάσει τους στίχους του και να αναγνωρίσει κάτι αληθινό μέσα τους — κάτι που έχει βιώσει και ο ίδιος.
Δεν γράφει για φανταστικούς κόσμους ή ανύπαρκτες καταστάσεις. Γράφει για αληθινά συναισθήματα, πραγματικές δυσκολίες, θλίψη, απώλεια, φόβο και όλα όσα περνούν οι άνθρωποι στη ζωή τους. Και αυτή η ειλικρίνεια είναι μάλλον ο λόγος που τόσοι ακροατές συνδέονται τόσο έντονα με τη μουσική των EVERGREY.
Ταυτόχρονα όμως, δεν υπάρχει τίποτα κακό και στη μουσική που υπηρετεί διαφορετικό σκοπό. Κάποιοι καλλιτέχνες δημιουργούν φανταστικούς κόσμους, επικές ιστορίες, δράκους και πολεμιστές — κι αυτό έχει επίσης αξία. Ίσως είναι λιγότερο “θεραπεία” και περισσότερο απόδραση ή ψυχαγωγία, αλλά αυτό είναι εξίσου σημαντικό με τον δικό του τρόπο.
Υπάρχει χώρος για όλα τα είδη μουσικής, και αυτό είναι ένα από τα πιο όμορφα πράγματα στην τέχνη. Οι άνθρωποι χρειάζονται διαφορετικές διεξόδους και η μουσική μπορεί να προσφέρει όλες αυτές τις μορφές έκφρασης.
Metalwar: Αυτόν τον Ιούνιο θα βρεθείτε στη σκηνή ως special guests των θρυλικών IRON MAIDEN για την περιοδεία “Run For Your Lives”. Πώς νιώθεις που μοιράζεστε τη σκηνή με ένα τόσο τεράστιο όνομα της heavy metal μουσικής — και μάλιστα λίγο πριν την κυκλοφορία του νέου σας album; Η χρονική στιγμή μοιάζει ιδανική για εσάς.
Johan Niemann: Είναι πραγματικά η τέλεια στιγμή. Ειλικρινά, το να το χαρακτηρίσω “τεράστια τιμή” μοιάζει σχεδόν λίγο.
Είμαστε απίστευτα ευγνώμονες και ταπεινοί που έχουμε την ευκαιρία να μοιραστούμε τη σκηνή με μια μπάντα όπως οι IRON MAIDEN — μια μπάντα που ακούμε και θαυμάζουμε από παιδιά και συνεχίζουμε να ακούμε μέχρι σήμερα.
Πραγματικά μοιάζει με ένα από αυτά τα “όνειρα ζωής που γίνονται πραγματικότητα”. Ξέρω ότι ακούγεται κάπως κλισέ, αλλά έτσι ακριβώς είναι.
Και αυτό που το κάνει ακόμη πιο σουρεαλιστικό είναι ότι όταν ήμουν μικρός, δεν θα τολμούσα καν να ονειρευτώ κάτι τέτοιο. Το να ανοίγεις συναυλία των IRON MAIDEN έμοιαζε εντελώς αδύνατο — σαν κάτι που συμβαίνει μόνο σε άλλους ανθρώπους.
Και τώρα συμβαίνει πραγματικά. Είναι ειλικρινά απίστευτο.
Metalwar: Ποια είναι τα σχέδιά σας για την προώθηση του “Architects of a New Weave”; Υπάρχει η Ελλάδα στα μελλοντικά σας πλάνα;
Johan Niemann: Ειλικρινά ελπίζω να επιστρέψουμε σύντομα στην Ελλάδα.
Το καλοκαίρι μας είναι ήδη πολύ φορτωμένο. Τον Ιούνιο θα συμμετέχουμε σε αρκετά festivals, θα κάνουμε κάποια headline shows και φυσικά τις εμφανίσεις με τους IRON MAIDEN. Παράλληλα, έχουμε και μερικές συναυλίες ως support στους DECAPITATED, κάτι που πιστεύω πως θα είναι ένας πολύ ενδιαφέρων συνδυασμός.
Αργότερα μέσα στη χρονιά θα πάμε στις Ηνωμένες Πολιτείες για περιοδεία με τους HAMMERFALL, ενώ είχαμε επίσης προγραμματίσει να πάμε επιτέλους και στην Αυστραλία, αλλά εκείνη η περιοδεία αναβλήθηκε.
Όσο για την Ευρώπη, νομίζω ότι το πλάνο είναι να ξεκινήσει ένας νέος κύκλος περιοδειών πριν το τέλος της χρονιάς — ίσως πρώτα στη Σκανδιναβία μέσα στον χειμώνα και μετά στην υπόλοιπη Ευρώπη γύρω στον Φεβρουάριο του επόμενου έτους.
Και ειλικρινά, είναι πάντα υπέροχο για εμάς να παίζουμε στην Ελλάδα. Το ελληνικό κοινό είναι φανταστικό. Θυμάμαι μία από τις τελευταίες μας εμφανίσεις εκεί — νομίζω ήταν στη Θεσσαλονίκη — όπου έβρεχε τόσο πολύ που η σκεπή του venue έσταζε και υπήρχαν κυριολεκτικά νερά μέσα στον χώρο.
Ήταν σίγουρα μια αξέχαστη εμπειρία.
Metalwar: Μία τελευταία ερώτηση. Θα εμφανιστείτε με τους IRON MAIDEN, τους DECAPITATED και τους HAMMERFALL — μπάντες από τελείως διαφορετικά είδη metal. Heavy Metal, Power Metal, Death Metal. Δεν είναι οι πιο “προφανείς” συνδυασμοί και προσωπικά λατρεύω αυτή τη διαφορετικότητα. Πώς προέκυψαν όλες αυτές οι συνεργασίες;
Johan Niemann: Οι εμφανίσεις με τους DECAPITATED προέκυψαν αρκετά φυσικά, στην πραγματικότητα.
Έχουμε τον ίδιο booking agent και, αφού έτσι κι αλλιώς θα βρισκόμασταν στον δρόμο για τις συναυλίες με τους IRON MAIDEN και τα καλοκαιρινά festivals, ζητήσαμε να μας βρουν κάποιες επιπλέον ημερομηνίες ανάμεσα στις ήδη προγραμματισμένες εμφανίσεις.
Οι διεθνείς περιοδείες έχουν γίνει εξαιρετικά ακριβές πλέον, ειδικά με τα αεροπορικά και τα logistics, οπότε έχει περισσότερο νόημα να πετάξει όλη η ομάδα μία φορά, να μείνει στον δρόμο για έναν ολόκληρο μήνα και να αξιοποιήσει όσο γίνεται περισσότερο το tour schedule.
Έτσι, αυτές οι επιπλέον συναυλίες μάς βοηθούν να παραμείνουμε ενεργοί όσο είμαστε ήδη σε περιοδεία και φυσικά βοηθούν και οικονομικά, γιατί το touring έχει γίνει απίστευτα δαπανηρό.
Το ίδιο περίπου συνέβη και με την περιοδεία με τους HAMMERFALL. Ήδη θα βρισκόμασταν στις Ηνωμένες Πολιτείες για το ProgPower Festival στην Ατλάντα, που νομίζω είναι και η πρώτη ημερομηνία, και αφού οι βίζες για τις Η.Π.Α. κοστίζουν πλέον υπερβολικά πολύ, θεωρήσαμε λογικό να “χτιστεί” μια ολόκληρη περιοδεία γύρω από αυτό το ταξίδι.
Η περιοδεία με τους HAMMERFALL ταίριαζε απόλυτα χρονικά και, αφού γνωρίζουμε ήδη τα παιδιά και έχουμε πολύ καλή σχέση μαζί τους, μας φάνηκε εξαιρετική ευκαιρία.
Πιστεύω πως θα περάσουμε πραγματικά υπέροχα.
Metalwar: Νομίζω καλύψαμε τα πάντα Johan. Σε ευχαριστώ πάρα πολύ για τον χρόνο σου και για αυτή τη συνέντευξη! Πριν κλείσουμε, θα ήθελες να αφήσεις ένα μήνυμα στους Έλληνες metalheads;
Johan Niemann: Ναι, φυσικά. Ελπίζουμε πραγματικά να ακούσετε το νέο album όταν κυκλοφορήσει και, πάνω απ’ όλα, να σας αρέσει.
Και ελπίζουμε επίσης να μπορέσουμε να επιστρέψουμε στην Ελλάδα μέσα στην επόμενη ευρωπαϊκή περιοδεία μας, ίσως κάποια στιγμή την επόμενη χρονιά. Πάντα αγαπάμε να ερχόμαστε στην Ελλάδα — το κοινό είναι καταπληκτικό, η ανταπόκριση πάντα φανταστική και πραγματικά απολαμβάνουμε να περνάμε χρόνο εκεί.
Ανυπομονούμε πραγματικά να επιστρέψουμε και να τα πούμε ξανά από κοντά μαζί σας.
Συνέντευξη: Κώστας Μπουντούκος
Επιμέλεια ερωτήσεων: Κώστας Μπουντούκος, Joanna Gonas



